Η Κυριακή των 318 Αγίων Πατέρων της Α' Οικουμενικής Συνόδου - larissanet.gr

Η Ευαγγελική περικοπή

Κατά Ιωάννη ΙΖ'(17) 1-13

Πρωτότυπο κείμενο

Ταῦτα ἐλάλησεν ὁ ᾿Ιησοῦς, καὶ ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε,
καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον.
αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας ᾿Ιησοῦν Χριστόν.
ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω·
καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί.
᾿Εφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι.
νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν·
ὅτι τὰ ρήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας.
᾿Εγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι,
καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς.
καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς.
ὅτε ἤμην μετ’ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου· οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ.
νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς.

Νεοελληνική απόδοση

Αυτά λάλησε ο Ιησούς και, αφού σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό, είπε: «Πατέρα, έχει έρθει η ώρα. Δόξασε τον Υιό σου, για να δοξάσει ο Υιός εσένα,
καθώς του έδωσες εξουσία σε κάθε σάρκα, ώστε σε όλους όσους του έχεις δώσει να δώσει σ’ αυτούς ζωή αιώνια.
Και αυτή είναι η αιώνια ζωή: Το να γνωρίζουν εσένα, το μόνο αληθινό Θεό, και αυτόν που απέστειλες, τον Ιησού Χριστό.
Εγώ σε δόξασα πάνω στη γη, αφού τελείωσα το έργο που μου έχεις δώσει να κάνω.
Και τώρα δόξασέ με εσύ, Πατέρα, κοντά στον εαυτό σου με τη δόξα που είχα κοντά σου προτού να υπάρχει ο κόσμος.
Φανέρωσα το όνομά σου στους ανθρώπους που μου έδωσες από τον κόσμο. Δικοί σου ήταν και σ’ εμένα τους έδωσες και το λόγο σου τον έχουν τηρήσει.
Τώρα έχουν γνωρίσει ότι όλα όσα μου έχεις δώσει είναι από εσένα.
Γιατί τα λόγια που μου έδωσες τους τα έχω δώσει, και αυτοί τα έλαβαν και γνώρισαν αληθινά ότι εξήλθα από εσένα, και πίστεψαν ότι εσύ με απέστειλες.
Εγώ γι’ αυτούς παρακαλώ. Δεν παρακαλώ για τον κόσμο, αλλά γι’ αυτούς που μου έχεις δώσει, επειδή είναι δικοί σου.
Και όλα τα δικά μου είναι δικά σου και τα δικά σου δικά μου, και έχω δοξαστεί μέσω αυτών.
Και δεν είμαι πια στον κόσμο, ενώ αυτοί είναι στον κόσμο, κι εγώ έρχομαι προς εσένα. Πατέρα άγιε, τήρησέ τους στο όνομά σου που μου έχεις δώσει, για να είναι ένα καθώς εμείς.
Όταν ήμουν μαζί τους, εγώ τους τηρούσα στο όνομά σου αυτούς που μου έχεις δώσει, και τους φύλαξα, και κανείς από αυτούς δε χάθηκε παρά μόνο ο γιος της απώλειας, για να εκπληρωθεί η Γραφή.
Τώρα, όμως, προς εσένα έρχομαι, και αυτά τα λαλώ μέσα στον κόσμο, για να έχουν τη χαρά τη δική μου ολοκληρωμένη μέσα τους.

Η Αποστολική περικοπή

 Πράξεις των Αποστόλων, κεφ. Κ΄, εδάφια 16-18 και 28-38

     16 Ἒκρινε γὰρ ὁ Παῦλος παραπλεῦσαι τὴν ῎Εφεσον, ὅπως μὴ γένηται αὐτῷ χρονοτριβῆσαι ἐν τῇ ᾿Ασίᾳ· ἔσπευδε γάρ, εἰ δυνατὸν ἦν αὐτῷ, τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς γενέσθαι εἰς ῾Ιεροσόλυμα. 17 ᾿Απὸ δὲ τῆς Μιλήτου πέμψας εἰς ῎Εφεσον μετεκαλέσατο τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας. 18 ὡς δὲ παρεγένοντο πρὸς αὐτόν, εἶπεν αὐτοῖς· ὑμεῖς ἐπίστασθε, ἀπὸ πρώτης ἡμέρας ἀφ᾿ ἧς ἐπέβην εἰς τὴν ᾿Ασίαν, πῶς μεθ᾿ ὑμῶν τὸν πάντα χρόνον ἐγενόμην.

    […] 28 Προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ ἐν ᾧ ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, ἣν περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος. 29 ἐγὼ γὰρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου· 30 καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν. 31 διὸ γρηγορεῖτε, μνημονεύοντες ὅτι τριετίαν νύκτα καὶ ἡμέραν οὐκ ἐπαυσάμην μετὰ δακρύων νουθετῶν ἕνα ἕκαστον.

      32 Καὶ τὰ νῦν παρατίθεμαι ὑμᾶς, ἀδελφοί, τῷ Θεῷ καὶ τῷ λόγῳ τῆς χάριτος αὐτοῦ τῷ δυναμένῳ ἐποικοδομῆσαι καὶ δοῦναι ὑμῖν κληρονομίαν ἐν τοῖς ἡγιασμένοις πᾶσιν. 33 ἀργυρίου ἢ χρυσίου ἢ ἱματισμοῦ οὐδενὸς ἐπεθύμησα· 34 αὐτοὶ γινώσκετε ὅτι ταῖς χρείαις μου καὶ τοῖς οὖσι μετ᾿ ἐμοῦ ὑπηρέτησαν αἱ χεῖρες αὗται. 35 πάντα ὑπέδειξα ὑμῖν ὅτι οὕτω κοπιῶντας δεῖ ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν ἀσθενούντων, μνημονεύειν τε τῶν λόγων τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ, ὅτι αὐτὸς εἶπε· μακάριόν ἐστι μᾶλλον διδόναι ἢ λαμβάνειν. 36 καὶ ταῦτα εἰπών, θεὶς τὰ γόνατα αὐτοῦ σὺν πᾶσιν αὐτοῖς προσηύξατο. 37 ἱκανὸς δὲ ἐγένετο κλαυθμὸς πάντων, καὶ ἐπιπεσόντες ἐπὶ τὸν τράχηλον τοῦ Παύλου κατεφίλουν αὐτόν, 38 ὀδυνώμενοι μάλιστα ἐπὶ τῷ λόγῳ ᾧ εἰρήκει, ὅτι οἰκέτι μέλλουσι τὸ πρόσωπον αὐτοῦ θεωρεῖν. προέπεμπον δὲ αὐτὸν εἰς τὸ πλοῖον.

Ερμηνευτική απόδοση Παν. Τρεμπέλα

     16 Πλεύσαμε κατευθείαν στη Μίλητο, διότι ο Παύλος αποφάσισε να παρακάμψει με το πλοίο την Έφεσο και να μην αποβιβαστεί σε αυτήν, για να μην του συμβεί ν’ αργοπορήσει στην Ασία· διότι βιαζόταν να είναι στα Ιεροσόλυμα, εάν του ήταν δυνατό, την ημέρα της Πεντηκοστής. 17 Από τη Μίλητο λοιπόν έστειλε ανθρώπους στην Έφεσο και κάλεσε τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας να έλθουν να τον συναντήσουν. 18 Και όταν ήλθαν κοντά του, τους είπε: «Εσείς γνωρίζετε καλά πώς συμπεριφέρθηκα απέναντί σας όλο το χρονικό διάστημα της εδώ παραμονής μου από την πρώτη μέρα που πάτησα το πόδι μου στην Ασία.

    […] 28 Προσέχετε λοιπόν τον εαυτό σας, πως θα συμπεριφέρεστε και τι θα διδάσκετε. Προσέχετε και όλο το πνευματικό σας ποίμνιο, στο οποίο το Άγιο Πνεύμα σας τοποθέτησε επισκόπους για να ποιμαίνετε την Εκκλησία του Θεού, την οποία ο Κύριος έσωσε και κατέστησε κτήμα του με το δικό Του αίμα. 29 Προσέχετε, διότι εγώ το γνωρίζω, μετά την αναχώρησή μου θα εισβάλουν ανάμεσά σας ψευδοδιδάσκαλοι και πλάνοι σαν άγριοι και σκληροί λύκοι που θα διαρπάζουν αλύπητα το ποίμνιο, βλάπτοντας και αφανίζοντας τις ψυχές των λογικών προβάτων. 30 Ακόμη κι από σας τους ίδιους θα εμφανιστούν άνθρωποι που θα διδάσκουν διδασκαλίες, οι οποίες θα διαστρέφουν την αλήθεια, για να αποσπούν τους μαθητές από τον ευθύ δρόμο της αλήθειας, να τους παρασύρουν πίσω τους και να τους κάνουν οπαδούς τους. 31 Γι’ αυτό να προσέχετε και να είστε άγρυπνοι, έχοντας ως παράδειγμα εμένα˙ και να θυμάστε ότι για μια τριετία συνεχώς νύχτα και μέρα δεν σταμάτησα να νουθετώ με δάκρυα τον καθένα σας ξεχωριστά.

     32 Και τώρα σας εμπιστεύομαι, αδελφοί, στον Θεό και στον λόγο που η χάρη Του μας αποκάλυψε. Αυτός ο λόγος Του θα σας προφυλάξει από κάθε πλάνη και διαστροφή. Σας εμπιστεύομαι στον Θεό, ο Οποίος μπορεί να συνεχίσει την οικοδομή σας και να σας δώσει κληρονομιά τον ουρανό μαζί με όλους αυτούς που προόδευσαν στον αγιασμό που τους χάρισε ο Ιησούς Χριστός. 33 Ασήμι ή χρυσάφι ή ρουχισμό, τίποτε από αυτά δεν επιθύμησα. 34 Εσείς οι ίδιοι γνωρίζετε ότι για τις ανάγκες τις δικές μου και για τις ανάγκες εκείνων που ήταν μαζί μου, υπηρέτησαν τα ροζιασμένα αυτά χέρια. 35 Με κάθε τρόπο σας έδωσα το παράδειγμα ότι πρέπει να εργάζεστε έτσι σκληρά για να προλαβαίνετε κάθε σκανδαλισμό των αδύναμων αδελφών και να τους βοηθάτε να γίνουν δυνατοί πνευματικά. Αλλά και να θυμάστε τα λόγια του Κυρίου Ιησού, που είχε πει: ‘’Είναι καλύτερο να δίνει κανείς παρά να παίρνει, ακόμη και όταν δικαιούται να πάρει. Αυτό καθιστά τον άνθρωπο περισσότερο ευτυχή’’». 36 Και αφού τα είπε αυτά, γονάτισε και προσευχήθηκε μαζί με όλους αυτούς. 37 Τότε όλοι ξέσπασαν σε κλάματα και οδυρμό μεγάλο και αφού έπεσαν πάνω στον τράχηλο του Παύλου, τον φιλούσαν με πολλή στοργή. 38 Ήταν τόσο θλιβερός ο χωρισμός αυτός, και είχαν όλοι μια τέτοια οδύνη, προπαντός γι’ αυτό που είχε πει, πως δεν θα ξανάβλεπαν πια το πρόσωπό του. Μετά ξεκίνησαν μαζί του και τον ξεπροβόδισαν μέχρι το πλοίο.

Ἀπολυτίκιον

Ἦχος πλ. δ’.
Ὑπερδεδοξασμένος εἶ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ φωστῆρας ἐπὶ γῆς, τοὺς Πατέρας ἡμῶν θεμελιώσας, καὶ δι’ αὐτῶν, πρὸς τὴν ἀληθινὴν πίστιν πάντας ἡμᾶς ὁδηγήσας, Πολυεύσπλαγχνε δόξα σοι.

Κοντάκιον

Ἦχος πλ. δ’.
Τῶς Ἀποστόλων τὸ κήρυγμα, καὶ τῶν Πατέρων τὰ δόγματα, τῇ Ἐκκλησίᾳ μίαν τὴν πίστιν ἐσφράγισαν· ἣ καὶ χιτῶνα φοροῦσα τῆς ἀληθείας, τὸν ὑφαντὸν τῆς ἄνω θεολογίας, ὀρθοτομεῖ καὶ δοξάζει, τῆς εὐσεβείας τὸ μέγα μυστήριον.

Η ἱερά μνήμη τῶν Ἁγίων 318 Θεοφόρων Πατέρων

Τήν Ζ’ Κυριακή ἀπό τοῦ Πάσχα, ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τήν ἱερά μνήμη τῶν Ἁγίων 318 Θεοφόρων Πατέρων, τῶν συγκροτησάντων τό 325 μ.Χ. τήν Α’ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενική Σύνοδο. Ἀξίζει νά ἀφιερώσωμε λίγες γραμμές στό θέμα αὐτό, προκειμένου ἀφ’ ἑνός μέν νά γνωρίσουν οἱ πολλοί περί τῶν γεγονότων, τά ὁποῖα ἔλαβαν χώρα στήν ὡς ἄνω Ἁγία Σύνοδο, ἀφ’ ἑτέρου δέ νά ἀντλήσωμε διδάγματα καί σωτήρια μηνύματα γιά τήν πορεία μας πρός τήν θέωση.

Η αίρετική διδασκαλία του Αρείου

            Στίς ἀρχές τοῦ  4ου μ.Χ. αἰῶνα, ἡ Ἐκκλησία ἐταλανίσθη ἀπό τήν αἱρετική διδασκαλία τοῦ Ἀρείου, ὁ ὁποῖος δέν ἐδέχετο τό ὁμοούσιο τοῦ Υἱοῦ μέ τόν Πατέρα, καί ἐδίδασκε ὅτι ὁ Υἱός εἶναι κτίσμα τοῦ Πατρός. Τήν αἱρετική αὐτή διδασκαλία ἐπολέμησε κατ’ ἀρχάς ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρος, ὁ ὁποῖος εἶχε κοντά του τόν Διάκονο τότε, καί μετέπειτα Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας, Μέγα Ἀθανάσιο, ὁ ὁποῖος οὐσιαστικά  μέ ὅρους βαθειά θεολογικούς ἀντιμετώπισε τόν Ἄρειο, χωρίς βεβαίως ὁ αἱρεσιάρχης νά πεισθῇ.

            Στήν οὐσία ὁ Ἄρειος προσπάθησε νά ἐξηγήσῃ μέ φιλοσοφικούς καί λογικούς ὅρους τό μυστήριο τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ καί ἠθέλησε τόσον ὁ ἴδιος, ὅσον καί οἱ ὀπαδοί του, νά καθυποτάξουν τό δόγμα στή γνώση, ἡ ὁποία θέλει ὁπωσδήποτε κάτι τό «ψηλαφητό», σέ ἀντίθεση μέ ὅσα ὑπό τῆς Ἐκκλησίας παραδίδονται ὡς μυστήριο. Ὅμως μέ τήν ψυχρή ἀνθρώπινη λογική, πού εἶναι πεπερασμένη, καί μέ τήν ἀνθρώπινη γνώση, δέν εἶναι δυνατόν νά φτάσῃ κάποιος στά θεῖα καί ἀκατάληπτα μυστήρια τοῦ Θεοῦ.  Ἡ τοποθέτηση τοῦ Ἀρείου δηλώνει τήν ἀπολυτοποίηση τοῦ ἀνθρώπου, τήν ἔπαρση καί τόν ἐγωισμό, τά ὁποῖα εἶναι προνόμια τοῦ διαβόλου.

            Ὁ Ἄρειος ἐδίδασκε ὅτι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι μέν πρό παντός χρόνου, ἀλλ’ οὐχί συνάναρχος καί συναΐδιος τοῦ Πατρός. Ἀκόμη ἰσχυρίσθη, μή δυνάμενος νά ἀπεγκλωβισθῇ ἐκ τῆς πλάνης του, ὅτι ὁ Υἱός δέν ἐγεννήθη ἐκ τοῦ Πατρός, ἀλλά ἐκτίσθη θελήματι τοῦ Πατρός ἐκ τοῦ μηδενός. Ἄρα ὁ Θεός Πατήρ δέν ἦτο πάντοτε Πατήρ, οὔτε ὁ Υἱός ὑπῆρχε πρίν γεννηθῇ, δηλαδή προτοῦ νά κτισθῇ, κατά τόν Ἄρειο. Οὔτε ἦτο ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός. Ἑπομένως οὔτε τέλειος Θεός δύναται νά νοηθῇ καί νά πιστευθῇ τό Δεύτερον Πρόσωπον τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀλλά μετοχῇ τοῦ Πατρός θεοποιηθείς.

Η Α’ Οἰκουμενική Σύνοδος

 Τήν ἐποχή ἐκείνη, κατά τήν τοῦ Θεοῦ οἰκονομία τά σκῆπτρα τῆς Βασιλείας τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας εἶχε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ὁ ὁποῖος ἀνεδείχθη ὄντως Ἰσαπόστολος, ἀφοῦ εἰργάσθη τά μέγιστα ὑπέρ τῆς ἁγίας καί ἀμωμήτου ἡμῶν Πίστεως. Ὁ εὐσεβής ἄναξ συνεκάλεσε στήν Νίκαια τῆς Βιθυνίας τήν Α’ Οἰκουμενική Σύνοδο, προκειμένου νά ἐπιλυθῇ ὁριστικά ἡ σοβοῦσα κατάσταση καί πνευματική κρίση.

            Πρόεδροι τῆς Συνόδου διετέλεσαν ὁ Ἀντιοχείας Εὐστάθιος καί ὁ Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρος.

Οι Άγιοι Πατέρες που έλαβαν μέρος στη Σύνοδο

Κατά τίς ἐργασίες τῆς Συνόδου, διεκρίθησαν ἀκόμη οἱ ἑξῆς Ἅγιοι Πατέρες:

  • Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὡς ἀνεφέρθη προηγουμένως, ὁ ὁποῖος μέ τήν βαθειά δογματική του ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι διδασκαλία ἀντιμετώπισε τόν θλιβερό καί φρικτό αἱρεσιάρχη.
  • Ὁ Ἅγιος Σπυρίδων, ὁ ἁπλοῦς ποιμήν τῆς Τριμυθοῦντος τῆς Κύπρου, ὁ ὁποῖος κατετρώπωσε τόν Ἄρειο μέ τό γνωστό θαῦμα μέ τό κεραμίδι, πού στά χέρια του διελύθη στά τρία συστατικά ἀπό τά ὁποῖα κατασκευάζεται (νερό – φωτιά – χῶμα).
  • Ὁ Ἱεράρχης τῶν Μυρέων Ἅγιος Νικόλαος, ὁ ὁποῖος κατελθών ἀπό τήν θέση του ἐράπισε τόν Ἄρειο. Ἡ πρᾶξις αὐτή τοῦ Ἁγίου Νικολάου ἔγινε αἰτία νά φανερωθῇ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί ὁ Ἅγιος νά δοξασθῇ, ἀφοῦ στήν φυλακή ὅπου ἐκλείσθη, καταδικασθείς εἰς κοπήν τῆς χειρός του,  ἐδέχθη τήν ἐπίσκεψη τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος τοῦ προσέφερε τό Ἱερό Εὐαγγέλιο, καθώς καί τῆς Κυρίας Θεοτόκου, ἡ ὁποία τοῦ προσέφερε τό ἱερό ὠμοφόριο.
  • Ἐπίσης οἱ ἱερές μορφές τῶν Ἁγίων Πατέρων Μακαρίου Ἱεροσολύμων, Ὁσίου Ἐπισκόπου Κορδούης, Ὁσίου Παφνουτίου κλπ.

          

Τά ἑπτά πρῶτα ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως

  Ἡ Ἁγία καί Α’ Οἰκουμενική Σύνοδος κατωχύρωσε τά ἑπτά πρῶτα ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, μέσα ἀπό τά ὁποῖα διατρανώνεται ἡ πίστη μας στήν Ἁγία καί ὁμοούσιο Τριάδα, διακηρύσσεται τό ὁμοούσιον τοῦ Υἱοῦ μέ τόν Πατέρα, καί σαφέστατα δηλώνεται ἡ ἀλήθεια ὅτι ὁ Υἱός ἐνηνθρώπησε, προσλαβών τό ἀνθρώπινο φύραμα, γεννηθείς ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί ἐκ τῆς Ἀειπαρθένου Μαρίας.

           

«Πιστεύομεν εἰς ἕνα Θεόν, πατέρα, παντοκράτορα, πάντων ὁρατῶν τε καί ἀοράτων ποιητήν.

Καί εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦ Χριστόν, τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, γεννηθέντα ἐκ τοῦ Πατρός μονογενῆ, τουτέστιν ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός, Θεόν ἐκ Θεοῦ, φῶς ἐκ φωτός, Θεόν ἀληθινόν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, γεννηθέντα, οὐ ποιηθέντα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, δι’ οὗ τά πάντα ἐγένετο, τά τε ἐν οὐρανῷ καί τά ἐν τῇ γῇ, τόν δι’ ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα καί σαρκωθέντα καί ἐνανθρωπήσαντα, παθόντα καί ἀναστάντα τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ, ἀνελθόντα εἰς τούς οὐρανούς καί ἐρχόμενον κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς.

Καί εἰς τό Ἅγιον Πνεῦμα.

Τούς δέ λέγοντας «ἦν ποτε ὅτε οὐκ ἦν» καί «πρίν γεννηθῆναι οὐκ ἦν», καί ὅτι «ἐξ οὐκ ὄντων» ἐγένετο, ἤ «ἐξ ἑτέρας ὑποστάσεως» ἤ «οὐσίας» φάσκοντας εἶναι, ἤ «κτιστόν» ἤ «τρεπτόν» ἤ «ἀλλοιωτόν» τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, ἀναθεματίζει ἡ Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία» (Ἰω. Κορναράκη, Τά δογματικά καί συμβολικά μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τομ. Ι, Ἀθήνα 1960).    

            Ἄν ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ δέν ἐγίνετο ἄνθρωπος, τότε ὁ ἄνθρωπος δέν θά ἐσώζετο, ἀφοῦ κατά τήν πατερική διδασκαλία, «τό γάρ ἀπρόσληπτον ἀθεράπευτον».

            Τόσον ἡ Ἁγία καί Α’ Οἰκουμενική Σύνοδος, ὅσον καί οἱ μετά ἀπό αὐτήν τοιαῦται, διασφάλισαν καί διετύπωσαν τήν ἀπό Θεοῦ ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια περί τῆς Ἁγίας Τριάδος, περί τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Σαρκώσεως, περί τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας καί περί τῆς σωτηρίας τοῦ Ἀνθρώπου.

            Γιά τόν λόγο αὐτό ὁ Ἱερός Ὑμνογράφος μᾶς καλεῖ νά ψάλωμε κατά τήν ἑόρτιο μνήμη τῶν Ἁγίων καί Θεοφόρων Πατέρων τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου:

            «Τῶν ἁγίων Πατέρων ὁ χορός, ἐκ τῶν τῆς οἰκουμένης περάτων συνδραμών, Πατρός καί Υἱοῦ καί Πνεύματος ἁγίου μίαν οὐσίαν ἐδογμάτισε καί φύσιν, καί τό μυστήριον τῆς θεολογίας τρανῶς παρέδωκε τῇ Ἐκκλησίᾳ. Οὕς εὐφημοῦντες ἐν πίστει, μακαρίσωμεν λέγοντες. Ὤ θεία παρεμβολή, θεηγόροι ὁπλῖται παρατάξεως Κυρίου, ἀστέρες πολύφωτοι τοῦ νοητοῦ στερεώματος, τῆς μυστικῆς Σιών οἱ ἀκαθαίρετοι πύργοι, τά μυρίπνοα ἄνθη τοῦ Παραδείσου, τά πάγχρυσα στόματα τοῦ Λόγου, Νικαίας τό καύχημα, οἰκουμένης ἀγλάϊσμα, ἐκτενῶς πρεσβεύσατε ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν».

Τό σωτήριο μήνυμα τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων

            Τό σωτήριο μήνυμα τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων εἶναι, ὅτι ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἐθέσπισε τά δόγματα, τούς ὅρους δηλαδή μεταξύ ἀληθείας καί αἱρέσεως, εἶναι ζωή, ἐνῷ ἡ αἵρεση εἶναι θάνατος. Ὅποιος, λοιπόν, εἶναι ἑνωμένος μέ τήν Ἁγία μας Ἐκκλησία σώζεται, ἐνῷ ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία καταστρέφεται, ἀφοῦ ἐκτός Ἐκκλησίας δέν ὑπάρχει σωτηρία («extra Ecclesiam nulla salus», κατά τόν Ἅγιο Κυπριανό Καρχηδόνος). Σοφά ἔχει ὁρισθῆ κατά τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων νά ἀναγινώσκεται ἡ περικοπή ἐκ τοῦ κατά Ἰωάννην Ἁγίου Εὐαγγελίου, πού εἶναι γνωστή καί ὡς «Ἀρχιερατική Προσευχή τοῦ Κυρίου», ἡ ὁποία μεταξύ τῶν ἄλλων ἀναφέρεται καί στήν ἑνότητα τῶν Ἁγίων Μαθητῶν καί Ἀποστόλων, ἀλλά καί γενικώτερα τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, μέ τόν ἀληθινό Θεό, ἀλλά καί μεταξύ τους ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς μιᾶς πίστεως:

            «Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτούς ἐν τῷ ὀνόματί σου, οὓς  δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἕν καθώς ἡμεῖς» (Ἰω. ιζ’, 11).

            Ὁ Κύριός μας ἐπιθυμεῖ αὐτή τήν ἑνότητα, διότι γνωρίζει ὅτι κατά καιρούς «λύκοι βαρεῖς» (Πραξ. κ’, 29) μέ ἐνδύματα προβάτων, θά θελήσουν νά κατασπαράξουν αὐτή τήν σωτήρια ἑνότητα καί νά ἀποκλείσουν τῆς σωτηρίας τούς ἀνθρώπους.  Ὁ σκοπός τῆς Θείας Ἐνανθρωπήσεως, ὁ σκοπός τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ σωτηρία μας.

            Γι’ αὐτό οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἀγωνίσθηκαν μέ ζέση καρδίας, μέ παρρησία καί δύναμη πίστεως ἐναντίον τοῦ Ἀρείου καί ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νά διαιρέσουν τόν ἄρραφο χιτῶνα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ.

            Ἀγαπητοί, ὅταν ὁ Ἀρχιερεύς τελῇ τήν Θεία Λειτουργία, παρακαλεῖ τόν Κύριο κρατῶν τά δικηροτρίκηρα:

            «Κύριε, Κύριε ἐπίβλεψον ἐξ οὐρανοῦ καί ἴδε, καί ἐπίσκεψαι τήν ἄμπελον ταύτην καί κατάρτισαι αὐτήν, ἥν ἐφύτευσεν ἡ δεξιά Σου».

            Αὐτή τήν δέηση κάνομε ἡμέρα καί νύκτα πρός τόν Κύριο, καί Τόν παρακαλοῦμε νά εἰσακούσῃ τῆς φωνῆς τῆς δεήσεώς μας καί νά ἐπιβλέπῃ τήν ποίμνην Του καί τήν ἄμπελόν Του, καί ἐκ τῶν σκηνωμάτων τῆς δόξης Του νά τήν φροντίζῃ, διαφυλάττων αὐτήν ἐκ τῆς τῶν αἱρέσεων δεινῆς μανίας καί ἐκ τῶν παγίδων τοῦ διαβόλου, ὁ ὁποῖος «ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ,  ζητῶν τίνα καταπίῃ» (Α’ Πέτρου, ε’, 8).

           Τηρήσατε λοιπόν ἀκεραία τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καί ἀκούσατε τῆς φωνῆς τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου:

«Καί ἐάν ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν, παρ’ ὅ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω» (Γαλατ. α’, 8)

Κείμενο Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρῶν κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Πηγή1

Πηγή 2

Πηγή 3

Κυριακή των Αγίων 318 Θεοφόρων Πατέρων Της Α’ Οικουμενικής Συνόδου
Μοιράσου το!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.